Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Εθνική και πνευματική αφύπνιση του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

Απόσπασμα από το βιβλίο "Μακεδονία και Τουρκία" του Κ. Βακαλόπουλου.
Σημαντική απήχηση στον μακεδονικό χώρο είχαν κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα τα μεγάλα πολεμικά γεγονότα, που προκλήθηκαν από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768- 1774.
 
 Με την έκρηξη του πολέμου αυτού εντάθηκε η αναταραχή στην ηπειρωτική Μακεδονία και στη Θάσο, η οποία μαστιζόταν από τις πολυάριθμες πειρατικές επιδρομές.

Ρωσικά πλοία έφτασαν τον Αύγουστο του 1770 στη Θάσο, για να προμηθευθούν την απαραίτητη ξυλεία.
Πυρετώδεις προετοιμασίες διαδραματίζονται στα 1768 στο Μοναστήρι με την πρωτοβουλία του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης, ενώ σε άλλες πόλεις της Κεντρικής Μακεδονίας οι ντόπιοι μπέηδες διατάζονται να στρατολογήσουν πεζούς και ιππείς.

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος προκαλεί γενική αναστάτωση στη Μακεδονία, πολλαπλασιάζει τις αυθαιρεσίες και τις καταπιέσεις των τουρκικών διοικήσεων σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών και διογκώνει επικίνδυνα τη ληστρική δραστηριότητα των Τούρκων λιποτακτών.
Στο βορειοδυτικό μακεδονικό χώρο τα αλβανικά στρατιωτικά σώματα και οι ληστρικές ομάδες δημιουργούν εφιαλτική ατμόσφαιρα και αναγκάζουν τις χριστιανικές κοινότητες και τους εκπροσώπους τους να ζητήσουν την προστασία των ισχυρών μπέηδων με αντάλλαγμα την καταβολή σημαντικών χρηματικών ποσών.


 Στα 1769 προσδιορίζεται χρονικά και η καταστροφή της Μοσχόπολης από τις αλβανικές επιδρομές. Οι κάτοικοι της Μοσχόπολης διασκορπίστηκαν στην Κοριτσά, στα Ιωάννινα, στο Δελβινάκι, στα Αμπελάκια, στο Μοναστήρι, στο Κρούσοβο, στην Αχρίδα, στην Βουδαπέστη, στη Βιέννη, στην Κλεισούρα και σε άλλα αστικά κέντρα.
Ανάλογη τύχη είχαν και τα βλαχόφωνα χωριά της περιοχής του Γράμμου, Νίτσα, Νικολίτσα, Λινοτόπι και Βίρτιανικ.
Ενεργή υπήρξε η συμμετοχή των Ελλήνων της Μακεδονίας στο πλευρό του υπόλοιπου υπόδουλου ελληνισμού και των Ρώσων κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου.

Μάλιστα ο Γεώργιος Παπαζώλης από τη Σιάτιστα, λοχαγός της αυτοκρατορικής φρουράς της Αικατερίνης Β ' της Ρωσίας, είχε πετύχει να προσελκύσει την προσοχή των αδελφών Ορλώφ και να σταλεί στην Ελλάδα, για να καλλιεργήσει το επαναστατικό κίνημα του 70.

 Η συμβολή του Παπαζώλη στην έκρηξη της εξέγερσης του 1770 υπήρξε καθοριστική. Ήδη από το 1765 βρίσκεται στην Ακαρνανία και μυεί αρματολούς και προκρίτους. Στα 1766 γίνεται δεκτός στην Πελοπόννησο με ενθουσιασμό παρά την επιφυλακτική στάση των Μανιατών.
Στην Καλαμάτα, στον πύργο του πλουσιότερου γαιοκτήμονα της Πελοποννήσου, του Παναγιώτη Μπενάκη, ο Παπαζώλης ενθουσίασε κυριολεκτικά τους προύχοντες και τους κληρικούς και πέτυχε ν’ αποσπάσει την υπόσχεση του Μπενάκη για τη συμμετοχή των Ελλήνων οπλαρχηγών στην Επανάσταση.

 Στην εξέγερση του 1770 πήραν μέρος ο γερο Ζιάκας των Γρεβενών και οι Θεσσαλομακεδόνες Ζήδρος και Λάζος του Ολύμπου και ο Μπλαχάβας των Χασίων, οι οποίοι εξουσίαζαν μεγάλα γεωγραφικά τμήματα του μακεδονικού χώρου.

Μετά το 1770 σημαντική δράση ανάλαβε στις περιοχές Ολύμπου και Γρεβενών ο κλέφτης Δημ. Τότσκας και οι 3 γιοί του Κυριάκος, Στέργιος και Βαρκής με τους οπαδούς τους.


Η Μακεδονία, μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1774, παρουσιάζει όψη αναρχούμενης επαρχίας λόγω των αλλεπάλληλων επιδρομών των Αλβανών μισθοφόρων, που είχαν κατεβεί στην Πελοπόννησο, για να καταστείλουν την ελληνική επανάσταση.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τις αλληλομαχίες των μπέηδων της Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίες προκαλούσαν μεγάλη φθορά σε έμψυχο υλικό σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών. Η αναταραχή και η αρβανιτοκρατία που επικρατούν την εποχή αυτή στον μακεδονικό χώρο, διόγκωσαν το ρεύμα προς την εξωμοσία και υποχρέωσαν πολλούς κατοίκους των χωριών της Δυτικής Μακεδονίας, των Βαλαάδων, να εξισλαμιστούν.

Οι κάτοικοι των Βαλαάδων εντοπίζονταν στη Νοτιοδυτική Μακεδονία και κυρίως στους καζάδες Ανασελίτσας, Γρεβενών και Ελασσόνας.

Το φαινόμενο των εξισλαμισμών των ελληνικών πληθυσμών έγινε ακόμη εντονότερο κατά την περίοδο της αρβανιτοκρατίας, όταν η κυριαρχία του Αλή πασά είχε επεκταθεί
στην Ήπειρο, στη Δυτική Μακεδονία και στη Θεσσαλία.

Ωστόσο το ρεύμα προς την αλλαξοπιστία αναστέλλεται κάπως από την βαθμιαία ύψωση της πνευματικής στάθμης στη Μακεδονία, και γενικότερα στην Ελλάδα, και συμβαδίζει με την οικονομική άνοδό της.

 Έτσι στη Θεσσαλονίκη μνημονεύεται στα μέσα του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα η λειτουργία της λεγόμενης Ελληνικής Σχολής με διευθυντή τον Ιωάννη τον Θεολόγο.

Η σχολή της Νάουσας ιδρύθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα.

 Στα 1749, με τις ενέργειες του Αλέξ. Μαυροκορδάτου και του πατριάρχη Κύριλλου Ε', ιδρύθηκε η περίφημη Αθωνιάδα Ακαδημία,
στην οποία δίδαξαν ο Ευγ. Βούλγαρις, ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και ο Μεσολογγίτης Παναγιώτης Παλαμάς.

Η φήμη του Βούλγαρη προσέλκυσε στο Αγ. 'Ορος πλήθος μαθητών, αλλά η μετέπειτα σύγκρουσή του με τον πατριάρχη Κύριλλο οδήγησαν βαθμιαία στην παρακμή της Αθωνιάδας σχολής.

 Στην ουσία η ρήξη αυτή οφειλόταν στην αντίθεση των φιλελεύθερων ιδεών (Βούλγαρις) και των συντηρητικών αντιλήψεων των μοναχών, οι οποίοι εκπροσωπούνταν από τους Κολλυβάδες, που καθοδηγούνται από τον Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη.

 Η κίνηση των Κολλυβάδων απέβλεπε στην επιστροφή στην γνήσια εκκλησιαστική παράδοση.
Από την Αθωνιάδα Σχολή πέρασε και ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος πραγματοποίησε αλλεπάλληλες περιοδείες στη Δυτική Ελλάδα, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και στην Ήπειρο, εμψυχώνοντας τους υπόδουλους ελληνικούς πληθυσμούς και αποσκοπώντας στην ηθική και στην πνευματική άνοδο του ελληνικού λαού.

 Η συμβολή του Κοσμά του Αιτωλού στην ίδρυση ελληνικών σχολείων στη Μακεδονία ήταν πολύ μεγάλη.

Η παρουσία του στον μακεδονικό χώρο υπήρξε καταλυτική για την μετέπειτα εθνική και πνευματική αφύπνιση του ελληνισμού της Μακεδονίας (1759-1779).

Δεν υπάρχουν σχόλια: